Κομισιόν: Πώς αξιολογεί την Ελλάδα στην πρώτη έκθεση για τους Κατώτατους Μισθούς και τις Συλλογικές Συμβάσεις
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την πρώτη αξιολόγηση για την εφαρμογή της Οδηγίας για Επαρκείς Κατώτατους Μισθούς. Τροχοπέδη για την Ελλάδα η εξαιρετικά χαμηλή κάλυψη από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τους Επαρκείς Κατώτατους Μισθούς, η Κομισιόν εξέδωσε την πρώτη έκθεση αξιολόγησης για τα κράτη μέλη, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία και για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ). H Ελλάδα ενσωμάτωσε την οδηγία με τον Ν. 5163/2024, δεσμευόμενη στον ευρωπαϊκό στόχο για κάλυψη τουλάχιστον του 80% των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο του 2026 και παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως αποκατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων, δεν είναι παρά το επιστέγασμα της υποχρεωτικής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Η συμφωνία αποκαθιστά εν μέρει την αρχή της μετενέργειας, χωρίς όμως να επιτυγχάνει πλήρη κάλυψη των εργαζομένων μετά τη λήξη της ΣΣΕ», όπως έχει εξηγήσει στο in ο καθηγητής εργατικού δικαίου Άρις Καζάκος. Παραμένει επίσης ακρωτηριασμένο το συνταγματικό δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία, ενώ προστίθεται η Τριμελής Επιτροπή, ένας επιπλέον φραγμός που αφαιρεί αρμοδιότητες από τους Διαιτητές.
Τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν «νομικίστικα» για τις νεότερες γενιές εργαζομένων, που οι μόνες συμβάσεις που γνώρισαν είναι οι ατομικές ή στην καλύτερη επιχειρησιακές, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν προσφέρουν καν αυξήσεις μισθών όπως επιβεβαιώνει η ΤτΕ. Πρόκειται όμως για ζητήματα ουσίας καθώς θωρακίζουν συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων, που όταν διαπραγματεύονται ο καθένας μόνος του, βρίσκονται σε θέση αδυναμίας έναντι του εργοδότη.
Τι συμβαίνει με τον κατώτατο μισθό
Από τα 27 κράτη μέλη, τα 20 διαθέτουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό ενώ σε επτά χώρες (Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιταλία, Σουηδία) η προστασία παρέχεται αποκλειστικά μέσω συλλογικών συμβάσεων. Το 2023 οι υψηλότεροι ονομαστικοί κατώτατοι μισθοί καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (2.509 ευρώ), τη Γερμανία (2.023 ευρώ) και την Ολλανδία (1.965 ευρώ). Οι χαμηλότεροι στη Βουλγαρία (399 ευρώ), την Ουγγαρία (615 ευρώ) και τη Λετονία (620 ευρώ). Οι διαφορές συρρικνώνονται όταν μετρηθούν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, όπου η απόσταση μεταξύ υψηλότερου και χαμηλότερου κατώτατου μισθού πέφτει από περίπου έξι φορές σε λιγότερο από τρεις.
Η έκθεση επισημαίνει μια τάση σύγκλισης, καθώς οι χώρες με χαμηλότερα επίπεδα εκκίνησης σημείωσαν τις μεγαλύτερες ονομαστικές αυξήσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Ουγγαρία (40,8%) και τη Ρουμανία (33,7%). Σε πραγματικούς όρους, δέκα από τα δεκαοκτώ κράτη μέλη με διαθέσιμα στοιχεία εμφάνισαν υψηλότερο κατώτατο μισθό το 2023 σε σχέση με το 2021. Τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση κατέγραψε η Γερμανία (9%) και ακολούθησε η Ρουμανία (8,7%). Αντίθετα, οι μεγαλύτερες πραγματικές απώλειες εντοπίστηκαν στη Σλοβακία (-9,7%) και την Τσεχία (-11,4%).
Η θέση της Ελλάδας
Η Ελλάδα εντάσσεται στην ομάδα των εννέα κρατών μελών με κατώτατο μισθό μεταξύ 700 και 940 ευρώ το 2023, μαζί με χώρες όπως η Κροατία, η Κύπρος, η Τσεχία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Πορτογαλία και η Σλοβακία. Ως προς τις πραγματικές αυξήσεις του μισθού – δηλαδή εκείνες που καλύπτουν τον πληθωρισμό – η Ελλάδα βρίσκεται στις χαμηλές ταχύτητες, με 3,1%, πίσω από την Κροατία και την Ουγγαρία (3,5% και 4,3% αντίστοιχα).
Η Ελλάδα βρίσκεται επίσης ανάμεσα στις έξι χώρες όπου ο κατώτατος μισθός έφτασε το 60% του διάμεσου μισθού το 2023, μαζί με την Πορτογαλία, τη Σλοβενία, τη Γαλλία, την Πολωνία και τη Γερμανία. Συγκαταλέγεται επίσης ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη αύξηση του λόγου κατώτατου προς διάμεσο μισθό στην περίοδο 2021-2023, με άνοδο 2 έως 3 ποσοστιαίων μονάδων, στοιχείο που η Επιτροπή συνδέει με συμπίεση των μισθών στη βάση της κατανομής.
Ο διάμεσος μισθός είναι εκείνος που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της κλίμακας, με το 50% των εργαζομένων αμείβεται λιγότερο και το 50% περισσότερο. Θεωρείται πιο αντιπροσωπευτικός από τον μέσο όρο, αφού εξαλείφει τις επιπτώσεις των ακραίων τιμών. Το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός πλησιάζει σταδιακά τον διάμεσο δε σημαίνει συνολική βελτίωση των μισθών, αλλά ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι συνωστίζονται στα χαμηλά και μεσαία μισθολογικά κλιμάκια.
Τροχοπέδη η χαμηλή κάλυψη από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας
Τα ευρήματα της π έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέδειξε η Ενωτική Αγωνιστική Κίνηση, συνδικαλιστική παράταξη της ΓΣΕΕ. «Παρά τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά χαμηλή κάλυψη από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, γεγονός που περιορίζει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και λειτουργεί ως τροχοπέδη για τη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών εργασίας» δηλώνει στο in ο Ηλίας Γκουλάκης, επικεφαλής της EAK και μέλος της διοίκησης της ΓΣΕΕ.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τονίζει ο συνδικαλιστής, η συλλογική κάλυψη στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις στο 13,1%, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα μας στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Αυστρία εμφανίζουν κάλυψη 94,9%, η Ισπανία 91,8%, η Φινλανδία 88,8%, η Σουηδία 88%, η Πορτογαλία 83,3% και η Δανία 81%. Ακόμη και η Γερμανία καταγράφει ποσοστό 49,5%, δηλαδή σχεδόν τετραπλάσιο από αυτό της Ελλάδας,
«Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Αποτυπώνει δύο διαφορετικά μοντέλα αγοράς εργασίας. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι εργαζόμενοι προστατεύονται μέσω ισχυρών κλαδικών και εθνικών συλλογικών συμβάσεων, οι οποίες καθορίζουν μισθούς, επιδόματα, ωράρια, όρους ασφάλειας και εργασιακά δικαιώματα. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός συλλογικής προστασίας και εξαρτάται αποκλειστικά από τον κατώτατο μισθό ή από ατομικές διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη», υπογραμμίζει ο κ. Γκιουλάκης.
Αγεφύρωτο το μισθολογικό χάσμα με την Ευρώπη
Ο εκπρόσωπος της ΕΑΚ δηλώνει τα εξής:
«Τα μισθολογικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 17.954 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος διάμεσος μισθός στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει τα 39.800 ευρώ. Με άλλα λόγια, ο Έλληνας εργαζόμενος λαμβάνει λιγότερο από το μισό εισόδημα του μέσου Ευρωπαίου εργαζομένου.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι χώρες που διαθέτουν τα υψηλότερα ποσοστά συλλογικής κάλυψης έχουν και τις καλύτερες μισθολογικές επιδόσεις. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι υψηλοί κατώτατοι μισθοί και οι καλύτερες αμοιβές συνδέονται συνήθως με ισχυρά συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούν εργαλείο κοινωνικής συνοχής, βελτίωσης της παραγωγικότητας και δικαιότερης κατανομής του παραγόμενου πλούτου.
Η Ελλάδα καλείται πλέον να εφαρμόσει ειδικό Σχέδιο Δράσης για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκρίνει μέτρα για τη διευκόλυνση της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων, τη βελτίωση της μετενέργειας, την ενίσχυση της επίλυσης εργατικών διαφορών, τους στοχευμένους ελέγχους από την Επιθεώρηση Εργασίας και τη δημιουργία ολοκληρωμένου ψηφιακού μητρώου συλλογικών συμβάσεων.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση του κατώτατου μισθού. Είναι η αποκατάσταση του θεσμού των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και η διεύρυνση της κάλυψης των εργαζομένων. Όσο η Ελλάδα παραμένει στο 13,1% συλλογικής κάλυψης, όταν η υπόλοιπη Ευρώπη κινείται κοντά ή πάνω από το 80%, θα εξακολουθεί να υστερεί τόσο στους μισθούς όσο και στην ποιότητα της εργασίας. Η σύγκλιση με την Ευρώπη δεν μπορεί να είναι μόνο δημοσιονομική ή οικονομική. Πρέπει να είναι και κοινωνική. Και αυτό περνά μέσα από ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, ουσιαστική λειτουργία του ΟΜΕΔ, κίνητρα και αντικίνητρα για τις επιχειρήσεις, αξιοπρεπείς αμοιβές και πραγματική διαπραγματευτική δύναμη για τους εργαζόμενους».