Home Κεντρικό θέμα Συνείδηση Ποιοι «σέρνουν το κάρο» της απασχόλησης στην Ευρωζώνη: Το νέο εργατικό δυναμικό...

Ποιοι «σέρνουν το κάρο» της απασχόλησης στην Ευρωζώνη: Το νέο εργατικό δυναμικό δεν είναι νέο σε ηλικία

0

Ποιοι «σέρνουν το κάρο» της απασχόλησης στην Ευρωζώνη: Το νέο εργατικό δυναμικό δεν είναι νέο σε ηλικία

  • Έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την απασχόληση στην Ευρωζώνη, διαπιστώνει ότι οι ηλικιωμένοι και οι μετανάστες είναι οι κύριες δεξαμενές αύξησης του εργατικού δυναμικού.

Η αγορά εργασίας στην Ευρωζώνη, αν και σταδιακά «κρυώνει», εξαιτίας και της επιβράδυνσης στην ανάπτυξη, βρίσκεται ομολογουμένως σε θετική πορεία.

Η ανεργία παραμένει σε ιστορικό χαμηλό, το εργατικό δυναμικό επεκτείνεται, η συμμετοχή στην απασχόληση αυξάνεται.

Πώς γίνεται παράλληλα να κάνουμε λόγο για δημογραφικές πιέσεις, λόγω της πληθυσμιακής γήρανσης, που θα αποτελέσουν «βόμβα» για την αγορά εργασίας;

Ειδικά για την Ελλάδα ευρωπαϊκές μελέτες (π.χ. oι εκθέσεις του Cedefop) κάνουν λόγο για ανάγκη εύρεσης 2 εκατομμυρίων εργαζομένων ως το 2035, για να αντικαταστήσουν όσους συνταξιοδοτούνται και να καλύψουν κενές θέσεις σε επαγγέλματα με άνοδο.

Κινδυνολογία ή πραγματικότητα;
Οι μελέτες και τα σενάρια πρόβλεψης παρουσιάζονται πολλές φορές με κινδυνολογικό τρόπο, του τύπου «η Ελλάδα θα χάσει δύο εκατομμύρια εργαζόμενους ως το 2050» και ότι λόγω της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού, κινδυνεύει να μειωθεί το ΑΕΠ ως και 15%.

Σε παρουσίαση της σχετικής έρευνας (Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη δυναμική πληθυσμών), αναφέρεται ότι στην Ελλάδα «για κάθε άνεργο, αντιστοιχούν 10 κενές θέσεις».

Πρόκειται προφανέστατα για λάθος διατύπωση ή για παρανόηση, αφού οι κενές θέσεις εργασίας σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ είναι περίπου 50.000 και οι άνεργοι πάνω από 500.000. Άρα ισχύει το ακριβώς αντίθετο – αντιστοιχούν δέκα άνεργοι σε κάθε κενή θέση εργασίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν επαγγέλματα με έλλειψη εργαζομένων. Συνήθως όμως πρόκειται είτε για κακοπληρωμένες και επισφαλείς δουλειές, είτε για εξειδικευμένες θέσεις με δυσκολίες εύρεσης του κατάλληλου προσωπικού.

Eπίσης τα σενάρια του Cedefop, δεν ισοδυναμούν με έλλειψη 2 εκατ. εργαζομένων, αλλά αντανακλούν τη ροή της απασχόλησης διαχρονικά (π.χ. πόσες νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν σε βάθος 10ετίας), ανάλογα με τα επαγγέλματα που βρίσκονται σε συρρίκνωση, στασιμότητα ή άνοδο.

Ποιοι «ταΐζουν» το εργατικό δυναμικό στην Ευρωζώνη
Από τις σχετικές έρευνες, προκύπτει ότι το νέο εργατικό δυναμικό της Ευρωζώνης, εκείνοι δηλαδή που επεκτείνουν τον πληθυσμό όσων δουλεύουν ή αναζητούν εργασία, δεν είναι τόσο οι νέοι, όσο τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η δεύτερη μεγάλη δεξαμενή αύξησης του εργατικού δυναμικού είναι οι μετανάστες από τρίτες χώρες.

Χάρη στις παραπάνω κατηγορίες, αυξάνεται μεν ο αριθμός των απασχολούμενων, όμως παραμένουν οι ασυμμετρίες.

Μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εξετάζει τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης απασχόλησης στην Ευρωζώνη, και τι σημαίνουν για την αγορά εργασίας, το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα.

Οι τρεις αλληλένδετες δυνάμεις
Η αύξηση του εργατικού δυναμικού στην Ευρωζώνη οφείλεται, σύμφωνα με την ΕΚΤ, σε τρεις αλληλένδετες δυνάμεις: την άνοδο των ποσοστών συμμετοχής, τις δημογραφικές μεταβολές και τη σταθερά θετική καθαρή μετανάστευση.

Ως εργατικό δυναμικό ορίζεται το σύνολο των ατόμων ηλικίας 15 έως 74 ετών που απασχολούνται ή αναζητούν ενεργά εργασία.

Η αναλογία των ατόμων σε ηλικία εργασίας που εντάσσονται στο εργατικό δυναμικό, αυξάνεται σε πολλά επίπεδα:

Περισσότερες γυναίκες εντάχθηκαν στην αγορά εργασίας μειώνοντας το ιστορικό χάσμα με τους άνδρες.
Οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας παρέμειναν ενεργοί για μεγαλύτερο διάστημα λόγω συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων και λόγω της στροφής σε επαγγέλματα που απαιτούν λιγότερη σωματική κόπωση.
Νέες γενιές εργαζομένων, με υψηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα εισήλθαν στην αγορά.
Παράλληλα, η καθαρή μετανάστευση παραμένει θετική από το 2010 περίπου, με τους εργαζόμενους από χώρες εκτός ΕΕ να αποτελούν έναν ολοένα και σημαντικότερο παράγοντα.
Από όλες τις παραπάνω κατηγορίες, οι δύο κυρίαρχες πηγές επέκτασης του εργατικού δυναμικού είναι οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας και οι μετανάστες.

Όμως οι επιπτώσεις στους συνολικούς δείκτες απασχόλησης δεν είναι ομοιόμορφες. Η ανάλυση της ΕΚΤ εντοπίζει μια χαρακτηριστική ασυμμετρία: παρά την αύξηση των απασχολουμένων, ο μέσος αριθμός ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο παραμένει χαμηλότερος από τα προ πανδημίας επίπεδα, γεγονός που περιπλέκει την αξιολόγηση της πραγματικής αύξησης της εργασιακής εισροής.

Άνω των 55 ετών ο ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στην Ευρωζώνη
Η σύνθεση του εργατικού δυναμικού έχει μεταβληθεί δομικά από το 2019.

Οι εργαζόμενοι ηλικίας 55-74 ετών αυξήθηκαν κατά 20,2%, ανεβάζοντας το μερίδιό τους από 20% σε 23% του συνόλου.

Οι εργαζόμενοι με τριτοβάθμια εκπαίδευση ατέγραψαν αύξηση 19,3%, με το μερίδιό τους να φτάνει το 39%.

Το ποσοστό συμμετοχής για την ηλικιακή ομάδα 55-74 ετών ανήλθε από 40,3% σε 44,9%, ενώ το χάσμα συμμετοχής μεταξύ γυναικών και ανδρών, αν και μειώθηκε, παραμένει στις 9 ποσοστιαίες μονάδες,

Κρίσιμο εύρημα της έρευνας είναι ότι η δημογραφική γήρανση δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, χάρη στην άνοδο των ποσοστών συμμετοχής και τις μεταναστευτικές εισροές.

Ωστόσο, τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας συνεχίζουν να περιορίζουν τον αριθμό των νεότερων εργαζομένων που εισέρχονται στην αγορά, θέτοντας όρια στη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα αυτών των αντισταθμιστικών μηχανισμών.

Γιατί είναι μύθος ότι «οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές»
Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι, αν και αντιπροσώπευαν μόλις το 8% του εργατικού δυναμικού της ζώνης του ευρώ το 2021, έχουν συνεισφέρει περισσότερο από το μισό της συνολικής αύξησής του τα τελευταία τέσσερα χρόνια — αριθμός που αντιστοιχεί σε 4,2 εκατομμύρια επιπλέον εργαζόμενους, ανεβάζοντας το μερίδιό τους στο 10%. Η ώθηση αυτή οφείλεται κυρίως στις μεγάλες εισροές Ουκρανών εκτοπισμένων, στις αυξημένες ροές από χώρες Λατινικής Αμερικής προς την Ισπανία και στην άνοδο του ποσοστού συμμετοχής των πολιτών εκτός ΕΕ πάνω από το αντίστοιχο των υπηκόων της ζώνης.

Διαψεύδοντας τις ξενοφοβικές κορόνες ότι οι «μετανάστες παίρνουν τις δουλειές των ντόπιων», στην πράξη ισχύει το αντίθετο: οι μετανάστες κάνουν τις δουλειές που «σνομπάρουν» οι ντόπιοι.

«Το συνολικό ποσοστό ανεργίας δεν έχει αυξηθεί ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης, καθώς οι νεοαφιχθέντες έχουν καλύψει σε μεγάλο βαθμό θέσεις εργασίας σε τομείς που αντιμετωπίζουν οξεία έλλειψη εργατικού δυναμικού, αντί να εκτοπίσουν τους υφιστάμενους εργαζόμενους ή να προστεθούν στον αριθμό των ατόμων που αναζητούν εργασία», διευκρινίζουν οι οικονομολόγοι.

Οι εργαζόμενοι αυτοί είναι κατά μέσο όρο νεότεροι, επιβραδύνοντας την ηλικιακή γήρανση του εργατικού δυναμικού.

Έχουν επίσης σε γενικές γραμμές χαμηλότερα τυπικά προσόντα, αν και το χάσμα με τους υπηκόους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμένει μέτριο (25% έναντι 31%).

Κρίσιμη πρόκληση αποτελεί η αναντιστοιχία προσόντων και θέσεων εργασίας: το 2024, το 40% των πολιτών εκτός ΕΕ με τριτοβάθμια μόρφωση εργαζόταν σε θέσεις μέσης ή χαμηλής ειδίκευσης — σχεδόν διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τους υπηκόους — δημιουργώντας σπατάλη ανθρώπινου κεφαλαίου με άμεσες συνέπειες στην παραγωγικότητα.

Ρευστότητα στην αγορά εργασίας
Οι μεταβολές στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού επηρεάζουν αισθητά τόσο τους δείκτες ανεργίας όσο και τη ρευστότητα της αγοράς εργασίας.

Το αυξανόμενο μερίδιο εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας και υψηλότερης μόρφωσης — ομάδες με χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας — ασκεί διαρθρωτική πτωτική πίεση στο συνολικό ποσοστό ανεργίας, το οποίο έχει πλέον φτάσει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, επιπλέον, αποχωρούν συνήθως απευθείας στην οικονομική αδράνεια (π.χ. συνταξιοδότηση) και όχι στην ανεργία, οπότε δεν επηρεάζουν αρνητικά το ποσοστό ανεργίας.

Η γήρανση μειώνει παράλληλα τη δυναμικότητα της αγοράς εργασίας. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι αλλάζουν λιγότερο συχνά εργοδότη — μόλις 1% τριμηνιαίως για τους 55-74 ετών, έναντι άνω του 5% για τους 18-29 — υποδηλώνοντας μειωμένη ευελιξία της αγοράς.

Σε επίπεδο ωρών εργασίας, παρατηρείται αρνητική συσχέτιση μεταξύ ποσοστών συμμετοχής και μέσου αριθμού ωρών.

Οι ομάδες που οδηγούν την επέκταση — ηλικιωμένοι, γυναίκες, νέοι — εργάζονται κατά μέσο όρο λιγότερες ώρες, δημιουργώντας έτσι διαρθρωτική ένταση μεταξύ του «εκτεταμένου» (αριθμός εργαζομένων) και του «εντατικού» (ώρες εργασίας) περιθωρίου της εργασιακής εισροής.